Όταν σκεφτόμαστε τη μάθηση μαθηματικών, συχνά φανταζόμαστε τετράδια, ασκήσεις και φύλλα εργασίας. Όταν σκεφτόμαστε το παιχνίδι, φανταζόμαστε διασκέδαση. Αλλά στα πρώιμα χρόνια, αυτά τα δύο δεν είναι αντίθετα. Είναι δύο διαφορετικοί δρόμοι προς την ίδια μάθηση.
Το ερώτημα λοιπόν είναι: Τα παιδιά μαθαίνουν μαθηματικά καλύτερα μέσα από παιχνίδι ή μέσα από διδασκαλία;
Τι εννοούμε «διδασκαλία»;
Στα πρώιμα μαθηματικά, διδασκαλία σημαίνει συνήθως:
- εξήγηση εννοιών από τον ενήλικα
- οργανωμένες δραστηριότητες με συγκεκριμένο στόχο
- ασκήσεις ή φύλλα εργασίας
- καθοδηγούμενη πρακτική
Η διδασκαλία προσφέρει:
- σαφή στόχο
- οργάνωση
- συστηματικότητα
Τι εννοούμε «παιχνίδι»;
Η μαθηματική μάθηση ξεκινά μέσα από το παιχνίδι. Το παιχνίδι αποτελεί τη βάση της πρώιμης μαθηματικής μάθησης και είναι θεμέλιο των πρώιμων μαθηματικών.
Ελεύθερο παιχνίδι είναι όταν τα παιδιά:
- επιλέγουν τι και πως θα παίξουν
- εξερευνούν χωρίς συγκεκριμένο στόχο
- εξερευνούν, δοκιμάζουν και δημιουργούν
- λύνουν προβλήματα
- συνεργάζονται
- κάνουν επιλογές
- ανακαλύπτουν μαθηματικές έννοιες φυσικά
Παραδείγματα:
- παιχνίδι με τουβλάκια
- παιχνίδι ρόλων
- ελεύθερη κατασκευή
- παζλ χωρίς οδηγίες
Το ελεύθερο παιχνίδι δημιουργεί κίνητρο, περιέργεια προσωπική εμπλοκή, αυθεντικές εμπειρίες και νόημα.
Το μυστικό: συνδυασμός παιχνιδιού και διδασκαλίας
Όταν βασιζόμαστε μόνο στη διδασκαλία τα παιδιά μπορεί να μαθαίνουν διαδικασίες, να γράφουν αριθμούς, να ακολουθούν οδηγίες
Αλλά συχνά χάνεται το ενδιαφέρον, μειώνεται η αυτενέργεια και οι έννοιες μένουν «αφηρημένες».
Τα μαθηματικά γίνονται κάτι που πρέπει να γίνει, όχι με κάτι που έχει ενδιαφέρον και νόημα.
Όταν βασιζόμαστε μόνο στο παιχνίδι, ακόμη και αυτό αν γίνεται με μαθηματικά “παιχνίδια”, τα παιδιά διασκεδάζουν και πειραματίζονται. Όμως χωρίς υποστήριξη:
- ορισμένες έννοιες δεν αναπτύσσονται συστηματικά
- κάποια παιδιά μένουν στο ίδιο επίπεδο
- η μάθηση δεν προχωρά πάντα πιο βαθιά
Η σύγχρονη έρευνα στα πρώιμα μαθηματικά δείχνει ότι η μεγαλύτερη πρόοδος συμβαίνει όταν η διδασκαλία συναντά το παιχνίδι.
Δηλαδή όταν:
- τα παιδιά παίζουν
- ο ενήλικας θέτει στόχους
- κάνει ερωτήσεις
- δίνει γλώσσα στις εμπειρίες τους
- βοηθά τη σκέψη να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα
Τι είναι Καθοδηγούμενο παιχνίδι (guided play);
Σε αυτή την προσέγγιση ο ενήλικας:
- έχει μαθηματικό στόχο
- σχεδιάζει δραστηριότητα ή παιχνίδι
- αφήνει τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα
- κάνει ερωτήσεις που προκαλούν σκέψη
- υποστηρίζει τη σκέψη των παιδιών
- εμπλουτίζει το παιχνίδι με μαθηματική γλώσσα
Το παιχνίδι παραμένει παιχνίδι, αλλά γίνεται μαθηματικά πλούσιο.
Παράδειγμα στην πράξη
Παιδί χτίζει πύργο με τουβλάκια.
Ο ενήλικας ρωτά:
- «Ποιος πύργος είναι ψηλότερος;»
- «Πόσα τουβλάκια έχεις χρησιμοποιήσει;»
- «Τι θα γίνει αν βάλεις ένα ακόμη;»
Το παιχνίδι συνεχίζεται, αλλά τώρα υπάρχει μαθηματική σκέψη.
Πώς βοηθά τα μαθηματικά;
- εστιάζει σε συγκεκριμένες έννοιες
- προχωρά τη μάθηση ένα βήμα παραπέρα
- βοηθά παιδιά που δυσκολεύονται
- συνδέει εμπειρίες με μαθηματική γλώσσα
Τα μαθηματικά αποκτούν νόημα γιατί γεννιούνται μέσα από εμπειρίες και η μάθηση γίνεται σκόπιμη (intentional).
Τελική σκέψη
Το παιχνίδι δεν είναι απλώς μια ευχάριστη δραστηριότητα της παιδικής ηλικίας· είναι ένας από τους πιο φυσικούς τρόπους για να χτιστεί η μαθηματική σκέψη. Μέσα από το παιχνίδι, τα παιδιά δεν κάνουν απλά μαθηματικά αλλά βιώνουν μαθηματικές έννοιες με νόημα.
Όταν τα παιδιά παίζουν, έρχονται αυθόρμητα σε επαφή με έννοιες όπως η ποσότητα, το μέγεθος, το σχήμα, η σειρά, η σύγκριση και τα μοτίβα. Χτίζουν πύργους, μοιράζουν αντικείμενα, λύνουν παζλ, παίζουν επιτραπέζια. Όλες αυτές οι εμπειρίες αποτελούν ζωντανά μαθηματικά.
Όταν ο εκπαιδευτικός ή ο γονιός παρεμβαίνει διακριτικά με ερωτήσεις, σχόλια και προκλήσεις, το παιχνίδι γίνεται ευκαιρία για βαθύτερη σκέψη. Μια απλή δραστηριότητα μπορεί να μετατραπεί σε μαθηματική διερεύνηση: ¨Ποιος πύργος είναι πιο ψηλός; Πόσα κομμάτια χρειάζεσαι ακόμη; Πώς το ξέρεις; Υπάρχουν περισσότερα μπλε ή κόκκινα;”
Μέσα στο παιχνίδι μειώνεται το άγχος της «σωστής απάντησης». Τα παιδιά δοκιμάζουν, κάνουν λάθη, επαναλαμβάνουν και πειραματίζονται χωρίς φόβο. Έτσι χτίζεται η αυτοπεποίθηση και η μαθηματική ανθεκτικότητα.